Πανελλήνιες Εξετάσεις Θέματα 2026: Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού – Ενδεικτικές Απαντήσεις

Πανελλήνιες Εξετάσεις Θέματα 2026: Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού – Ενδεικτικές Απαντήσεις

 

Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Α1.α. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη. Δεν απαιτείται αναφορά σε χωρία του κειμένου.

  1. Το κριτήριο που διαφοροποιεί μια «ἀγαθή πολιτεία» από μια «φαύλη» είναι ο βαθμός επιτυχίας των νομοθετών στην καθοδήγηση των πολιτών σε καλές «ἕξεις».
  2. Ο Αριστοτέλης με την αναφορά του στους κιθαριστές και στους οικοδόμους δείχνει ότι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση ταλέντο στις «τέχνες», στα τεχνικά δημιουργήματα.

(μονάδες 4)

1 ð Σωστή

2 ð Λανθασμένη

 

Α1.β. i) «ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι»: Σε ποιες λέξεις-φράσεις του αρχαίου κειμένου αναφέρεται η αντωνυμία «αὐτοῖς»;

(μονάδες 4)

  1. ii) «κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς»: Σε ποια λέξη του αρχαίου κειμένου αναφέρεται η αντωνυμία «τούτων»;

(μονάδες 2)

Μονάδες 10

 

 

 

  1. Η αντωνυμία «αὐτοῖς» αναφέρεται στις φράσεις: τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι, τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς, τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας, τὰς περὶ τὰς ὀργὰς.
  2. Η αντωνυνία «τούτων» αναφέρεται στη λέξη «τὰς ἐνεργείας».

 

Β1. «Μαρτυρεῖ δὲ … ἀγαθοὶ ἢ κακοί»: Πώς γεννιούνται και φθείρονται οι τέχνες και οι αρετές (μονάδες 7) και ποια είναι η συμβολή του δασκάλου σε αυτή τη διαδικασία; (μονάδες 3)

Μονάδες 10

 

Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ηθικές αρετές είναι επίκτητες. Στο απόσπασμα «Μαρτυρεῖ … ἀγαθοὶ ἢ κακοί» προσθέτει ένα νέο επιχείρημα για να ενισχύσει την άποψή του. Αν οι ηθικές αρετές ήταν έμφυτες, όλες οι ενέργειες των νομοθετών να κάνουν τους πολίτες καλούς θα ήταν μάταιες, αφού όλοι θα γεννιόντουσαν με ή χωρίς αυτές και οποιαδήποτε προσπάθεια δεν θα μπορούσε να μεταβάλλει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια ο φιλόσοφος προσθέτει ένα νέο επιχείρημα λέγοντας ότι η αρετή του ανθρώπου γεννιέται και φθείρεται «ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν», δηλαδή με τις ίδιες πράξεις των ανθρώπων) και με τα ίδια μέσα (την επανάληψη όμοιων πράξεων). Όταν, δηλαδή, ο άνθρωπος προβαίνει σε ηθικές πράξεις, τότε καλλιεργεί την ηθική αρετή και γίνεται ενάρετος. Όταν, αντίθετα, προβαίνει σε ανήθικες πράξεις, γίνεται ανήθικος και η αρετή φθείρεται και δημιουργείται η κακία. Οι έννοιες «γίνεται – φθείρεται» αποτελούν θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος ήδη από τις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης. Οι δύο αυτές έννοιες μεταφέρονται στον χώρο της ηθικής. Έτσι, για συγκεκριμένους λόγους και με την κατάλληλη άσκηση οι άνθρωποι κατακτούν την αρετή (γίνεται) και ακριβώς για τους αντίθετους λόγους και με την ακατάλληλη άσκηση η αρετή εκφυλίζεται (φθείρεται). Το ρήμα φθείρεται δεν χρησιμοποιείται με το βιολογικό του περιεχόμενο, αλλά περισσότερο με την έννοια της ατελέσφορης προσπάθειας για την κατάκτηση της αρετής.

Με τη χρήση των επιρρημάτων εὖ – κακῶς αποδίδεται και η ποιοτική παράμετρος: γίνεται – εὖ – ἀρετὴ , φθείρεται – κακῶς – κακία. Στο χωρίο : «ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί» ο Αριστοτέλης, με τη χρήση αναλογίας, επαναλαμβάνει τα παραδείγματα από το χώρο των τεχνών με τους κιθαριστές και τους οικοδόμους γενικεύοντας (οἱ λοιποὶ πάντες).

Παράλληλα, ορίζεται ως τέχνη το σύνολο γνώσεων και δεξιοτήτων που επιτρέπουν στον συγκεκριμένο κάτοχό τους να παράγει μορφές, τεχνικά δημιουργήματα. Υπό αυτή την έννοια, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η τέχνη μιμείται τη φύση· κοινός παράγοντας που τις συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιας δημιουργικής λογικής. Έτσι, τεχνίτης δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης, αλλά γενικότερα ο δημιουργός, και προϊόντα της τέχνης όχι μόνο τα καλλιτεχνικά έργα, αλλά όλα τα δημιουργήματα του τεχνίτη.

Χρησιμοποιεί τα επίθετα ἀγαθοί – κακοὶ και τα αντίστοιχα επιρρήματα εὖ – κακῶς. Τα επιρρήματα αναφέρονται στον τρόπο που ενεργούν ο κιθαριστής και ο οικοδόμος αντιστοίχως (στην καλή ή την κακή εξάσκηση), ενώ τα επίθετα στο καλό ή το κακό αποτέλεσμα της ενέργειάς τους (στην απόκτηση ή όχι της αρετής που εξαρτάται από τον τρόπο ενέργειας). Δεν αρκεί, λοιπόν, απλώς να εξασκούμαστε σε μια οποιαδήποτε πράξη, αλλά να εξασκούμαστε σε καλές και σωστές πράξεις. Αυτό το διαπιστώνουμε και στις τέχνες, αλλά και στις ηθικές αρετές. (Θα γίνουμε καλοί οικοδόμοι, όχι αν οικοδομούμε συνεχώς, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό χτίσιμο και καλοί κιθαριστές, όχι αν παίζουμε συνεχώς κιθάρα, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό παίξιμο της κιθάρας. Θα γίνουμε ηθικά ενάρετοι, μόνο αν εξασκηθούμε σε ηθικά ενάρετες πράξεις σύμφωνα με τους κανόνες της τέλειας αρετής.) Συνεπώς, με τη χρήση του «επαγωγικού παραδείγματος» ο Αριστοτέλης δείχνει ότι στην πράξη η ποιότητα της άσκησης και της μαθητείας προσδιορίζουν την ποιότητα της επίκτητης ιδιότητας.

Ο ρόλος του δασκάλου είναι καθοριστικός σε αυτή τη διαδικασία: Θα διδάξει τους κανόνες της αρετής, τους τρόπους εφαρμογής αυτών και θα εκπαιδεύσει στην ορθή άσκηση. Είναι αυτός που παρακολουθεί και καθοδηγεί τους ανθρώπους στον σωστό εθισμό, συνδυάζοντας την ενέργεια του λόγου με την εφαρμοσμένη άσκηση. Εξίσου απαραίτητη είναι η συμβολή του και στις τέχνες, διότι αυτός θα διδάξει τους κανόνες τους στον ασκούμενο και τον σωστό τρόπο εφαρμογής τους. («Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί»), το οποίο αποτελεί ένα ακόμη αποδεικτικό επιχείρημα της βασικής θέσης του ότι «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίγνεται.»

Επομένως, ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτωνας, θεωρεί το εκπαιδευτικό έργο ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της πολιτείας και πιστεύει ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τους νόμους και την παιδεία. Αυτός, ακριβώς, είναι και ο ρόλος του νομοθέτη στην πόλη: ως δάσκαλος των πολιτών θεσμοθετεί σωστούς νόμους, διδάσκει τους πολίτες τί είναι δίκαιο και τί άδικο, ορίζει τους κανόνες της δίκαιης και ηθικής συμπεριφοράς τους μέσα στην πόλη και τους οδηγεί στην ευδαιμονία.

 

Β2. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου, μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο (www.constitutionalism.gr) και αφορά τον ρόλο της δικαιοσύνης.

Στη δικαιοσύνη λοιπόν εμπεριέχεται ο φιλάλληλος και κοινωνικός χαρακτήρας και σ’ αυτό έγκειται η αξία της και στον πέρα από το δίκαιο χώρο. Είναι η δικαιοσύνη ως επιείκεια. […] Η δικαιοσύνη και η επιείκεια και στον πέραν του δικαίου χώρο είναι η «αρετή προς έτερον». Απαιτεί τη θεώρηση και της οπτικής του άλλου, όχι αναγκαίως για να τη δεχθούμε, αλλά για να την κατανοήσουμε. Και η θεώρηση αυτή σημαίνει, βέβαια, περαιτέρω και στήριξη του άλλου, όταν χρειάζεται, σημαίνει αυτό που επιτάσσει η διάταξη του Συντάγματός μας, όταν αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η δίκαιη αυτή συμπεριφορά του πολίτη, του ατόμου γενικότερα αφορά όλες τις σχέσεις του, τις προσωπικές, τις κοινωνικές, ακαδημαϊκές, επαγγελματικές, συναδελφικές, προς υφιστάμενο, προς προϊστάμενο, τις πολιτικές σχέσεις, αλλά και τις διακρατικές, διεθνείς, διαπολιτισμικές, διαθρησκευτικές και όποιες άλλες ανθρώπινες, ατομικές ή συλλογικές, σχέσεις.

Πώς παρουσιάζονται η συμπεριφορά και οι επιλογές του ατόμου στα πεδία της ανθρώπινης πράξης στο παράλληλο κείμενο και στο απόσπασμα «Οὕτω δὴ … ἄδικοι» από το διδαγμένο κείμενο;

Μονάδες 10

Στο παράλληλο κείμενο και στο απόσπασμα «Οὕτω δὴ … ἄδικοι» του διδαγμένου κειμένου η συμπεριφορά και οι επιλογές του ατόμου παρουσιάζονται ως καθοριστικοί παράγοντες για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και για την ποιότητα των σχέσεών του με τους άλλους ανθρώπους.

Ειδικότερα, στο διδαγμένο κείμενο ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν εκ φύσεως, αλλά αποκτώνται μέσω του εθισμού και της επανάληψης συγκεκριμένων πράξεων. Οι επιλογές του ατόμου στα διάφορα πεδία της ανθρώπινης δράσης οδηγούν στη διαμόρφωση αντίστοιχων ηθικών χαρακτηριστικών. Έτσι, με τη συμπεριφορά του στις κοινωνικές και οικονομικές συναλλαγές ο άνθρωπος γίνεται «δίκαιος» ή «ἄδικος» («πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι»), ενώ ανάλογα με τη στάση του απέναντι στους φόβους, τις επιθυμίες και τις οργές διαμορφώνεται ως ανδρείος ή δειλός, σώφρων ή ακόλαστος, πράος ή οργίλος. Επομένως, η ηθική ποιότητα του ανθρώπου αποτελεί αποτέλεσμα των συνειδητών επιλογών και των επαναλαμβανόμενων πράξεών του.

Ο Αριστοτέλης λαμβάνει τη λέξη «συναλλάγματα» με την ευρύτατη σημασία και τα διαιρεί σε εκούσια, δηλαδή σε συνθήκες, συμφωνίες, και σε ακούσια, δηλαδή σε κάθε είδους κακουργήματα. Όλων των μορφών οι συναλλαγές, συμβόλαια, συμφωνίες, πρωτίστως οι οικονομικές. Αυτού του είδους οι σχέσεις των συμπολιτών μεταξύ τους δεν είναι για τον Σταγειρίτη ένα επιμέρους ή περιορισμένης σημασίας ζήτημα μέσα στην κοινωνία. Είναι η συγκεκριμενοποίηση της ἀλλαγῆς, της ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ των συμπολιτών. Και η σχέση αυτή είναι ιδρυτική και συστατική για την κοινωνία. Επιτυγχάνεται, κατεξοχήν, με τον εξισωτικό για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ρόλο του νομίσματος (χρήματος). Κατά προέκταση, τα συναλλάγματα είναι ένα σημαντικό πεδίο ανάπτυξης και εμφάνισης ηθικών σχέσεων.

Παρόμοια αντίληψη εκφράζεται και στο παράλληλο κείμενο. Ο Μιχάλης Σταθόπουλος θεωρεί ότι η δικαιοσύνη δεν περιορίζεται στην τήρηση των νόμων, αλλά εκδηλώνεται ως στάση ζωής απέναντι στον συνάνθρωπο. Το άτομο οφείλει να κατανοεί την οπτική του άλλου, να επιδεικνύει αλληλεγγύη και να προσφέρει βοήθεια όπου υπάρχει ανάγκη. Η δίκαιη συμπεριφορά επεκτείνεται σε κάθε μορφή ανθρώπινης σχέσης, προσωπικής, επαγγελματικής, κοινωνικής και πολιτικής. Επομένως, και εδώ η αξία του ανθρώπου κρίνεται από τις επιλογές και τη συμπεριφορά του μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Ωστόσο, παρατηρείται και μια διαφορά ανάμεσα στα δύο κείμενα. Ο Αριστοτέλης εστιάζει κυρίως στη διαδικασία μέσω της οποίας οι επαναλαμβανόμενες πράξεις διαμορφώνουν τις έξεις και τον χαρακτήρα του ανθρώπου, ενώ ο Σταθόπουλος δίνει έμφαση στο περιεχόμενο της δίκαιης συμπεριφοράς, δηλαδή στην κατανόηση, την επιείκεια και την κοινωνική αλληλεγγύη που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον πολίτη.

Συμπερασματικά, και στα δύο κείμενα προβάλλεται η άποψη ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι ουδέτερη αλλά συμβάλλει αποφασιστικά τόσο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας όσο και στην οικοδόμηση υγιών κοινωνικών σχέσεων. Η δικαιοσύνη αναδεικνύεται ως θεμελιώδης αρετή που εκφράζεται μέσα από τις καθημερινές επιλογές και πράξεις του ατόμου.

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

Β3. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη.

  1. Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στη Μίεζα και πέθανε στη Χαλκίδα.
  2. Ο Αριστοτέλης ασκούσε δριμεία κριτική σε όλους τους συναδέλφους του στην Ακαδημία εκτός από τον Πλάτωνα.
  3. Για την εκπαίδευση του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης επιμελήθηκε μια νέα έκδοση των ομηρικών επών.
  4. Η γνωριμία του Αριστοτέλη με τον Εύδοξο από την Κνίδο τον επηρέασε θετικά.
  5. Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία είναι στατική κατάσταση και όχι ενέργεια της ψυχής.

Μονάδες 10

1 ð Λάθος

2 ð Λάθος

3 ð Σωστό

4 ð Σωστό

5 ð Λάθος

 

B4. Για καθεμία από τις παρακάτω λέξεις να γράψετε μία ετυμολογικά συγγενή από το διδαγμένο κείμενο: ρυπογόνος, ανάθεση, ένδεια, ξέφρενος, διάστρεμμα.

Μονάδες 10

ρυπογόνος ð γινόμενον

ανάθεση ð νομοθέται

ένδεια ð ἔδει

ξέφρενος ð σώφρονες

διάστρεμμα ð ἀναστρέφεσθαι

 

Γ. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

Λυσίας, Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία, 7.27-29

(εκδ. Τ. Thalheim, Lysiae Orationes, Bibliotheca Teubneriana, Λειψία 1913)

Οι μορίαι ήταν ιερά ελαιόδεντρα, συνήθως οριοθετημένα μέσα σε περίβολο (σηκόν). Οποιαδήποτε ανθρώπινη επέμβαση απαγορευόταν, ενώ ενδεχόμενη παράνομη δραστηριότητα (καλλιέργεια, μάζεμα καρπών, κλάδεμα) επέσυρε βαριές ποινές. Ο ομιλητής του λόγου του Λυσία «Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία» υπερασπίζεται τον εαυτό του από την κατηγορία ότι έκοψε ένα τέτοιο ελαιόδεντρο. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα καταδεικνύει γιατί δεν θα μπορούσε να είχε διαπράξει το αδίκημα, για το οποίο κατηγορείται.

Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα; καὶ οὐ λέγω ὡς τότε δυνάμενος ἢ ὡς νῦν διαβεβλημένος, ἀλλὰ τῷ βουλομένῳ τότε μᾶλλον ἐξῆν ἀδικεῖν ἢ νυνί. ἐγὼ τοίνυν οὐδ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτον οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι. Πῶς δ’ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν, ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ δένδρον μὲν οὐδὲ ἕν ἐστι, μιᾶς δὲ ἐλάας σηκός, ὡς οὗτός φησιν, ἦν, κυκλόθεν δὲ ὁδὸς περιέχει, ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν, ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν; ὥστε τίς ἂν ἀπετόλμησε, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπιχειρῆσαι τοιούτῳ πράγματι; Δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὑμᾶς μέν, οἷς ὑπὸ τῆς πόλεως τὸν ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μορίων ἐλαῶν ἐπιμελεῖσθαι, μήθ’ ὡς ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί μήθ’ ὡς ἀφανίσαντα εἰς κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ’ ὃς οὔτε γεωργῶν ἐγγὺς τυγχάνει οὔτ’ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος οὔθ’ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ τῆς γῆς μορίαν ἀφανίζειν.

ἄερκτος: αφύλακτος

ἐπεργάζομαι: εργάζομαι παράνομα

ἀπογράφω: καταγγέλλω, υποβάλλω γραπτή καταγγελία

 

 

 

 

Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του παρακάτω αποσπάσματος: «ὥστε τίς ἂν … ἀφανίζειν.».

Μονάδες 20

 

Επομένως ποιος θα τολμούσε, αφού έτσι έχουν αυτά (=τα πράγματα), να επιχειρήσει τέτοιο πράγμα; Όμως, μου φαίνεται ότι είναι φοβερό εσείς, αφενός, σ’ αυτούς τους οποίους/ σε όσους έχει διαταχτεί/οριστεί από την πόλη για όλον ανεξαίρετα το χρόνο να φροντίζετε  τα ιερά ελαιόδεντρα/τις ιερές ελιές , ούτε σαν να είχα εργαστεί παράνομα ποτέ ως τώρα να με τιμωρήσετε, ούτε σαν να είχα καταστρέψει( ιερή ελιά) να με οδηγήσετε σε δίκη/ να με δικάσετε, ενώ αυτόν, ο οποίος ούτε τυχαίνει να καλλιεργεί κοντά, ούτε έχει εκλεγεί  φροντιστής/ επόπτης, ούτε έχοντας την ηλικία να γνωρίζει για τέτοια, να καταγγέλει εμένα ότι από την γη κατέστρεψα την ιερή ελιά.

 

Γ2. Με ποια επιχειρήματα υποστηρίζει ο ομιλητής την αθωότητά του σχετικά με την κοπή της ιερής ελιάς;

Μονάδες 10

Ο κατηγορούμενος ρήτορας προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του σχετικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει για την κοπή της ιερής ελιάς με τα εξής επιχειρήματα. Αρχικά αναρωτιέται αν ήταν πιο ακίνδυνο για τον ίδιο να παρανομεί την εποχή της δημοκρατίας ή την εποχή των Τριάκοντα τυράννων (Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα;). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την εποχή της τυραννίας είχε μεγάλη δύναμη ή ότι τώρα, την εποχή της δημοκρατίας έχει πέσει θύμα συκοφαντίας. Απλώς αναφέρει ότι την εποχή των Τριάκοντα υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα σε οποιονδήποτε το ήθελε να παρανομεί. Ο ίδιος όμως πιστεύει ότι θα αποδειχθεί ότι δεν παρανόμησε σε καμιά από τις δύο παραπάνω περιόδους (ἐγὼ τοίνυν οὐδ᾽ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτο οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι). Από το σημείο αυτό αρχίζουν τα καθοριστικά επιχειρήματά του που αποδεικνύουν την αθωότητά του. Αναφέρει λοιπόν ότι θα ήταν ο πιο άθλιος από τους ανθρώπους (εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν), αν επιχειρούσε να καταστρέψει την ιερή ελιά από ένα κτήμα στο οποίο δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο, ενώ αντίθετα υπήρχε περίφραγμα (σηκός), όπως ισχυρίζεται ο κατήγορος. Επίσης το κτήμα περιτριγυριζόταν από δρόμο (κυκλόθεν δὲ ὁδὸς περιέχει), ενώ και από το ένα και από το άλλο μέρος του κτήματος κατοικούσαν κοντά γείτονες (ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν). Ακόμη το κτήμα ήταν αφύλακτο και από όλα τα μέρη μπορούσε κανείς να δει τι συνέβαινε μέσα σε αυτό (ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν). Τα υπόλοιπα επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αποδεικνύουν την αθωότητά του είναι ότι ποτέ μέχρι τώρα οι επόπτες των ιερών ελαιόδεντρων δεν τον είχαν τιμωρήσει, κατηγορώντας τον ότι εργαζόταν παράνομα (μήθ᾽ ὡς ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί ‹με›) ούτε ότι κατάστρεψε κάποια ιερή ελιά (μήθ᾽ ὡς ἀφανίσαντα), ενώ ο κατήγορός του δεν τύχαινε να καλλιεργεί κοντά στο κτήμα του (οὔτε γεωργῶν) ούτε είχε εκλεγεί επόπτης των ιερών ελαιόδεντρων (οὔτ᾽ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος) ούτε είχε τέτοια ηλικία, ώστε να γνωρίζει ζητήματα που αφορούσαν τις ιερές ελιές για να τον καταγγείλει για ένα τέτοιο ζήτημα (οὔθ᾽ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων). Έτσι, ο ομιλητής χρησιμοποιεί ισχυρά επιχειρήματα που βασίζονται στη συγκριτική περιγραφή της συμπεριφοράς του, για να αντικρούσει την εις βάρος του κατηγορία για ασέβεια.

 

Γ3.α. «τοῦτον δ’ ὃς οὔτε … ᾑρημένος»: να μεταφέρετε τους κλιτούς τύπους στον άλλο αριθμό.

(μονάδες 6)

τούτους δ’ οἵ οὔτε γεωργοῦντες ἐγγὺς τυγχάνουσι οὔτ’ ἐπιμεληταὶ ᾑρημένοι.

 

Γ3.β.

διαβεβλημένος: να γραφεί το β’ ενικό πρόσωπο της προστακτικής παθητικού αορίστου.

ἀφανίζειν: να γραφεί το απαρέμφατο του μέλλοντα.

φησιν: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό της ευκτικής ενεστώτα.

περιοικοῦσι: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό της οριστικής παρατατικού.

(μονάδες 4)

Μονάδες 10

διαβλήθητι

ἀφανιεῖν

φαίη

περιῴκουν

 

Γ4.α. Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τους όρους που εμφανίζονται στο αδίδακτο με έντονα γράμματα: οὔσης, ἀδικεῖν, ἐμαυτῷ, ἐλαῶν, ὡς ἀφανίσαντα, ἐπιμελητὴς.

(μονάδες 6)

  • οὔσης: επιρρηματική χρονική μετοχή, γενική απόλυτη με υποκείμενο «δημοκρατίας».
  • ἀδικεῖν: τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «ἐξῆν» (ετεροπροσωπία , Υποκείμενο Απαρεμφάτου : τόν βουλόμενον)
  • ἐμαυτῷ: * δοτική προσωπική (αντιχαριστική) στο περιεχόμενο όλης της πρότασης ( γιατί το «ἀνθρώπων»: Γενική Διαιρετική στο « κακονούστατος»
    ** Κατά άλλους, δοτική αντικειμενική στο « κακονούστατος»
  • ἐλαῶν: αντικείμενο ( σε γενική) στο απαρέμφατο «ἐπιμελεῖσθαι».
  • ὡς ἀφανίσαντα: επιρρηματική αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο «με». ( εκφράζει υποκειμενική αιτιολογία λόγω του «ὡς»
  • ἐπιμελητής: κατηγορούμενο στο «ὅς» λόγω του «ᾑρημένος».

 

 

 

Γ4.β. «Πῶς δ’ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν, ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου»: να αναγνωρίσετε το είδος του υποθετικού λόγου και να τον μετατρέψετε στο προσδοκώμενο.

(μονάδες 4)

Μονάδες 10

Υπόθεση: εἰ μή ἦν (οριστική ιστορικού χρόνου)

Απόδοση: ἄν ἐπεχείρησα (δυνητική οριστική)

Ο υποθετικός λόγος δηλώνει το αντίθετο του πραγματικού.

 

 

 

Μετατροπή σε προσδοκώμενο

Υπόθεση:  ἐάν, ἄν, ἤν (υποτακτική)

Απόδοση: ἐπιχειρήσω (οριστική μέλλοντα)

Κύλιση στην κορυφή