Πανελλήνιες Εξετάσεις Θέματα 2026 Ιστορία Προσανατολισμού – Ενδεικτικές Απαντήσεις

Πανελλήνιες Εξετάσεις Θέματα 2026 Ιστορία Προσανατολισμού – Ενδεικτικές Απαντήσεις

 

> Πανελλήνιες Εξετάσεις Θέματα 2026 Ιστορία Προσανατολισμού – Θέματα

ΘΕΜΑ Α

Α..1.

Α. Από τα πολλά προβλήματα που κληροδότησε η οθωμανική κατοχή στο νέο ελληνικό κράτος, ξεχώριζε για την έκταση, τη σημασία και την πολυπλοκότητα του το ζήτημα των «εθνικών γαιών». «Εθνικές γαίες» ήταν οι ακίνητες, οι κτηματικές ιδιοκτησίες των Οθωμανών στις περιοχές που περιήλθαν στον έλεγχο του ελληνικού κράτους. Η γη αυτή ανήκε είτε στο οθωμανικό δημόσιο είτε σε μουσουλμανικά ιδρύματα είτε σε ιδιώτες, ως ιδιοκτησία ή ως δικαίωμα νομής (εκμετάλλευσης). Οι περιουσίες αυτές περιήλθαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους «επαναστατικώ δικαίω». Η έκταση των γαιών αυτών μπορεί να υπολογιστεί μόνο κατά προσέγγιση, καθώς το σχετικό με την έγγειο ιδιοκτησία οθωμανικό καθεστώς ήταν περίπλοκο, όπως και οι μηχανισμοί απογραφής των περιουσιακών στοιχείων. Υπολογίζεται ότι η έκταση των εθνικών κτημάτων ανερχόταν χονδρικά σε 4.000.000 έως 5.000.000 στρέμματα.

Β. Ένα σοβαρό ζήτημα, που αντιμετωπίστηκε με επιτυχία κατά την θητεία της πρώτης κυβέρνησης της Κρητικής Πολιτείας (1899- 1904), ήταν το καθεστώς της τοπικής Εκκλησίας. Με τον Οργανικό Νόμο του 1900, δόθηκε λύση σε ακανθώθη εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως ήταν η σχέση της Εκκλησίας της Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εκλογή Μητροπολίτη και Επισκόπων. Το βασικό σχήμα, που ισχύει με μικρές τροποποιήσεις έως σήμερα, είναι ένα καθεστώς ημιαυτόνομης Εκκλησίας, της οποίας ο Προκαθήμενος εκλέγεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Κρητική Πολιτεία εκδίδει το Διάταγμα της αναγνώρισης και εγκατάστασής του.

Γ. Μέσα στην εθνοσυνέλευση του  1862 – 1864 συγκροτήθηκαν οι πυρήνες των δύο μεγάλων παρατάξεων, των πεδινών και των ορεινών, όπως ονομάστηκαν. Ο λαός συμμετείχε ενεργά στη συγκρότηση αυτών των δύο παρατάξεων. Μικρότερη απήχηση είχαν άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί. Το Εθνικόν Κομιτάτον, υπό τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, που υποστήριζε την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, οικονομική ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και στο στρατό, πολιτισμική εξάπλωση στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Α.2.

Α. Λάθος: «Θεμελιωτής της και πρώτος διοικητής υπήρξε ο Γεώργιος Σταύρου»

Β. Λάθος: «Μέσα σε συνθήκες κυβερνητικής αστάθειας και εμφυλίου πολέμου, η Εθνοσυνέλευση χρειάστηκε δύο ολόκληρα χρόνια για να φτάσει στην ψήφιση συντάγματος1. Ως πολίτευμα ορίστηκε η βασιλευομένη δημοκρατία αντί της μέχρι τότε συνταγματικής μοναρχίας. »

Γ. Σωστό: «Το Νοέμβριο του 1920 η φιλοσυμμαχική κυβέρνηση του Βενιζέλου έχασε τις εκλογές και την εξουσία ανέλαβαν τα φιλοβασιλικά κόμματα που έσπευσαν να επαναφέρουν τον ανεπιθύμητο στους Συμμάχους βασιλιά Κωνσταντίνο. »

Δ. Σωστό: «Το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας, που συντάχθηκε κατά το πρότυπο του ισχύοντος τότε ελληνικού συντάγματος, αφού εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των Πρέσβεων των Προστάτιδων Δυνάμεων στη Ρώμη, τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή.»

Ε. Σωστό: «Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, έμπειρος πολιτικός, πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας και μετέπειτα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ανέλαβε τα καθήκοντα του στις 18 Σεπτεμβρίου 1906. Η πολιτική ομαλότητα επανήλθε στην ταραγμένη Κρήτη και μια νέα περίοδος δημιουργίας εγκαινιάστηκε.»

 

ΘΕΜΑ Β

Β.1.

Αν λάβουμε υπόψη τις παραγωγικές δυνατότητες της Ελλάδας στη διάρκεια του πρώτου αιώνα της ανεξαρτησίας της, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού της εμπορίου αφορούσε γεωργικά προϊόντα. Στις εξαγωγές, περισσότερο από τα 2/3 (σε αξία) του συνόλου, ήταν γεωργικά προϊόντα. Η γενική τάση μάλιστα οδηγούσε προς τη διεύρυνση του ποσοστού των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, που έφτασαν να αντιπροσωπεύουν τα 3/4 των συνολικών εξαγωγών στη δεκαετία 1900-1910. Στην κατηγορία αυτή την πρώτη θέση είχε η σταφίδα, που από μόνη της πλησίαζε σε αξία το 1/2 των συνολικών εξαγωγών. Ακολουθούσε με μεγάλη διαφορά το ελαιόλαδο και, μετά το 1900, το κρασί.

Εκτός από τα παραπάνω είδη, εξάγονταν μικρές ποσότητες φυτικών προϊόντων για βιομηχανική επεξεργασία, το βαμβάκι, για παράδειγμα, την εποχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου ή ο σταθερά ανερχόμενος καπνός, πού όμως αντιπροσώπευε ακόμα ασήμαντο ποσοστό των εξαγωγών (2-3%). Μέχρι το 1880 επίσης υπήρχε σημαντική εμπορική κίνηση στα κατεργασμένα δέρματα, η οποία όμως σχεδόν εξαφανίστηκε στη συνέχεια. Στην κατηγορία των πρώτων υλών, τις εξαγωγές συμπλήρωναν τα μεταλλευτικά προϊόντα, που από το τέλος του 19ου αιώνα πλησίαζαν το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Επρόκειτο κυρίως για μόλυβδο, για μαγγανιούχα μεταλλεύματα, για σμύριδα και θηραϊκή γη. Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων ήταν κυριολεκτικά ασήμαντες.

 

Β.2.

Σημαντικότερες ήταν οι επιπτώσεις από την άφιξη των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1992) στην εθνολογική σύσταση του πληθυσμού της Ελλάδας. Το 1920 η Ελλάδα είχε 20% μη Έλληνες ορθόδοξους, ενώ το 1928 μόλις 6%. Ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης και της Ηπείρου αυξήθηκε, ενώ η Κρήτη, η Λέσβος και η Λήμνος εξελληνίστηκαν πλήρως. Η κυριότερη όμως μεταβολή στην εθνολογική σύσταση λόγω της εγκατάστασης των προσφύγων συνέβη στη Μακεδονία. Το ποσοστό των μη Ελλήνων ορθοδόξων που ήταν 48% το 1920, έπεσε στο 12% το 1928. Η ενίσχυση του ελληνικού χαρακτήρα της Μακεδονίας είχε μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Εξάλλου, αραιοκατοικημένες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, κάποιες από αυτές παραμεθόριες, εποικίστηκαν από πρόσφυγες. Με τον τρόπο αυτό κατοχυρώθηκαν οι νέες περιοχές που ενώθηκαν με την Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό.

 

ΘΕΜΑ Γ

Γ.1.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο, για αντικειμενικούς λόγους, οι Έλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να συγκροτήσουν πολιτικά κόμματα. Υπήρχε όμως μια άλλη μορφή υποστήριξης των συμφερόντων τους, τα πελατειακά δίκτυα. Προς επίρρωση των ιστορικών δεδομένων ο Πετρόπουλος στο Κείμενο Α, απόσπασμα της ιστορικής του μονογραφίας(μικτή πηγή), παραθέτοντας ως ιστορικό τεκμήριο τα συμπεράσματα του Βαυαρού λογίου Friedich Thiersch μετά από συζητήσεις με τις ελληνικές πολιτικέ παρατάξεις το 1832, σχολιάζει τις αιτίες οργάνωσης των πελατειακών δικτύων. Έπειτα, ο Hering  στο Κείμενο Β, απόσπασμα της ιστορικής του μονογραφίας(δευτερογενές ιστορικό παράθεμα), επιχειρηματολογεί για τη σημασία των οικογενειακών σχέσεων στην οργάνωση και παγίωση της πελατείας.

(Γ.1.α.). Η συγκρότηση των πελατειακών δικτύων εδράζει σε συγκεκριμένες αιτίες και ανάγκες των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά, ένας βασικός λόγος ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ προσώπων για την κατάληψη θέσεων εξουσίας. Έπειτα, η οθωμανικής διοίκηση παρείχε ελλιπή προστασία προς τους υπηκόους της σε περιπτώσεις αυθαιρεσιών. Ο Thiersch,  όπως αναφέρεται από τον Πετρόπουλο στο Κείμενο Α, επισημαίνει ότι η κατανόηση αυτού του συστήματος αλλά και των δεσμεύσεων που αναλάμβαναν οι εκάστοτε προστάτες προϋποθέτει την εκτίμηση της κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις ιστορικές συγκυρίες αιώνων ή και χιλιετιών. Ο λόγιος επαληθεύει ότι η αδιαφορία της κρατικής μέριμνας οδηγούσε τους ανθρώπους στην εύρεση εναλλακτικών μεθόδων προστασίας και στήριξης. Επίσης, απουσίαζε σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, πράγμα που δημιουργούσε διαρκή αίσθηση αβεβαιότητας στους ανθρώπους. Ο Thiersch, όπως παραδίδεται από τον Πετρόπουλο στο Κείμενο Α, προσθέτει ότι η περιθωριοποίηση και η ανάγκη εξασφάλισης μιας θέσης στην κοινωνία της εποχής ωθούσε τους ανθρώπους στην υποστήριξη κάποιου δυνατού ή στη δημιουργία ενός δικού του κύκλου οπαδών, εάν διέθετε την ανάλογη δύναμη και μέσα.

(Γ.1.β.) Αυτοί οι λόγοι οδηγούσαν τους υπηκόους να καταφεύγουν σε μη κρατικούς φορείς, οι οποίοι θα τους παρείχαν τη στοιχειώδη ασφάλεια. Ο πρώτος φορέας ήταν η ευρύτερη οικογένεια. Άλλωστε στο Κείμενο Β ο συντάκτης επιβεβαιώνει ότι μέσα σε μια κοινωνία πολλαπλών κινδύνων και απειλών η οικογένεια καθίστατο ο μόνος εγγυητικός θεσμός ασφάλειας και προστασίας. Κάθε οικογένεια συνδεόταν οριζόντια με άλλες οικογένειες και κάθετα με πάτρωνες-προστάτες και τις οικογένειές τους, που είχαν υψηλότερη κοινωνική θέση. Επιπρόσθετα, στο Κείμενο Β ο Hering διαφωτίζει τα ιστορικά δεδομένα, αναφέροντας ότι η οικογένεια δεδομένης της μακράς ιστορικής της συνέχειας και των διακλαδώσεων της συμμαχούσε με άλλες οικογένειες  ή κομβικά πρόσωπα της ίδιας κοινωνικής τάξης (οριζόντια σύνδεση) ή συνεργαζόταν με ισχυρότερους πάτρωνες προστάτες οι οποίοι ανήκαν στον κύκλο επιρροής ιεραρχικά ανώτερων και ισχυρότερων ανδρών(κάθετη σύνδεση).

Τοιουτοτρόπως η οικογένεια ως θεσμός διαδραματίζει κομβικό ρόλο με τους πάτρωνες-προστάτες στη διαμόρφωση των πελατειακών δικτύων. Μάλιστα ο συντάκτης στο Κείμενο Β συμπληρώνει ότι υπήρχαν πέντε θεσμοί που δομούσαν τις οριζόντιες συμμαχίες και ενέπνεαν εμπιστοσύνη και αλληλεγγύη στις «κάθετες ιεραρχικά δομημένες πελατειακές ενώσεις». Επίσης, ο Hering προσθέτει ότι τα μέλη τους έπρεπε να ακολουθούν συγκεκριμένες κοινωνικές επιταγές: «γάμος, υιοθεσία, αδελφοποιία και κουμπαριά σε γάμο ή βάπτιση με κάποιον ισχυρό». Έτσι σε κάθε περιοχή σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση υπήρχε συγκεκριμένος θεσμός που ήλεγχε τις πελατειακές σχέσεις. Ειδικότερα, στην Πελοπόννησο, για παράδειγμα, κατά την περίοδο 1715-1821 αναπτύχθηκαν δύο μεγάλα δίκτυα πατρωνίας, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν οικογένειες προκρίτων. Ανάμεσα σ’ αυτές επικρατούσε έντονος ανταγωνισμός για την άσκηση επιρροής σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής και για την κατάληψη των δημοσίων θέσεων. Στη Στερεά Ελλάδα φορείς της πατρωνίας ήταν μεγαλοαρματολοί. Στα νησιά, εξάλλου, στην ηγεσία των δικτύων πατρωνίας βρίσκονταν οι οικογένειες των μεγάλων πλοιοκτητών.

Συλλήβδην, η ανάγκη της προστασίας των χριστιανών υπηκόων από τις αυθεραισίες των Οθωμανών ανέδειξαν το θεσμό της οικογένειας σε σημαντικό παράγοντα προστασίας. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι τα κατοπινά κόμματα δεν αποτελούν απλή μετεξέλιξη των δικτύων πατρωνίας. Επί τουρκοκρατίας το πολιτικό πλαίσιο ήταν δεδομένο και αναμφισβήτητο: η οθωμανική κυριαρχία.

 

ΘΕΜΑ Δ

Δ.1.

Μετά την παραχώρηση των ειδικών προνομίων προς τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γνωστών στην παγκόσμια ιστορία με τους νομικούς όρους «Χάτι Σερίφ» (1839) και «Χάτι Χουμαγιούν» (1856) ο ποντιακός ελληνισμός εγκατέλειψε τα κρησφύγετά του και κατέβηκε στις παραλιακές περιοχές, όπου έκτισε καινούρια χωριά, εκκλησίες και σχολεία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα πήρε ξανά στα χέρια του το εμπόριο ολόκληρου του Εύξεινου Πόντου και της ενδοχώρας, ενώ η Τραπεζούντα ξαναβρήκε τις παλιές της δόξες. Δεδομένου αυτών των ιστορικών συγκυριών παρουσιάζουμε το ρόλο του εμπορίου στην οικονομική ανάπτυξη του Πόντου κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ου. Προς επίρρωση των ιστορικών δεδομένων ο Λαμψίδης στο Κείμενο Α, απόσπασμα της ιστορικής του μονογραφίας(δευτερογενές ιστορικό παράθεμα), αναφέρεται στα κέρδη που απέφερε το εμπόριο  στην Τραπεζούντα και στις άλλες περιοχές του Πόντου. Επιπλέον, η Κατσιαρδάκη-Γαρδίκα στο Κείμενο Β, απόσπασμα της ιστορικής της μονογραφίας(έμμεση πηγή) εμπλουτίζει τα ιστορικά δεδομένα με τις πληροφορίες της αναφορικά με το διαμετακομιστικό εμπόριο της Τραπεζούντας. Τέλος, ο Χατζηκυριακίδης στο Κείμενο Γ(έμμεσο ιστορικό παράθεμα) επικεντρώνεται σε επισημάνσεις για τη εμπορική δραστηριότητα της Αμισού και της Κερασούντας.

Η κυρία πλουτοπαραγωγική πηγή στα παράλια του Ευξείνου Πόντου ήταν το διαμετακομιστικό εμπόριο με κυριότερα λιμάνια την Αμισό, την Τραπεζούντα, την Κερασούντα, την Οδησσό, τη Βραΐλα, το Νοβοροσίσκι και τη Σεβαστούπολη. Μεγάλη σπουδαιότητα επίσης είχε η λεπτοκαρυά που εξαγόταν στο Αμβούργο, την Τεργέστη, τη Ν. Υόρκη και τη Ρωσία.Τα τυροκομικά προϊόντα του Πόντου ήταν και είναι επίσης δημοφιλή στις αγορές της Κωνσταντινούπολης και των άλλων μεγαλουπόλεων. Στο Κείμενο Α ο συντάκτης επιβεβαιώνει τα ιστορικά δεδομένα και προσθέτει ως σημαντικά λιμάνια και τα Σούρμενα, την Οινόη και τα Κοτύωρα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι Νεότουρκοι με διάφορους τρόπους προσπαθούσαν να απομακρύνουν και να περιορίσουν το εμπόριο των χριστιανών, οι οποίοι για να επιβιώσουν συνεργάστηκαν με τις τοπικές μουσουλμανικές εθνότητες. Η Τραπεζούντα μέχρι το 1869 έλεγχε το 40% του εμπορίου της Περσίας και το διαμετακομιστικό εμπόριο απέφερε κέρδος περίπου 200.000.000 φράγκα το χρόνο. Ο συντάκτης στο Κείμενο Α επιβεβαιώνει την εμπορική ανάπτυξη της Τραπεζούντας και προσθέτει ότι  η αξία των εισαγωγών από Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Περσία Ελβετία και προτελευταία την Ελλάδα ανέρχονταν στα 62.787.464 φράγκα  ενώ τα έσοδα από τις εξαγωγές σε Περσία, Κωνσταντινούπολη, Ρωσία, Γαλλία και Καύκασο άγγιζαν τα 37.901.438 φράγκα. 

Οι ελληνικές επιχειρήσεις διέθεταν εμπορικά υποκαταστήματα και πρακτορεία μεταφορών στη Ρωσία, την Περσία, την Αγγλία, την Κωνσταντινούπολη, τη Μασσαλία και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Στο Κείμενο Β η συντάκτρια επισημαίνει ότι η εμπορική δραστηριότητα αναπτυσσόταν κυρίως στις παράλιες περιοχές, όπου δραστηριοποιούνταν ο ελληνισμός. Η Τραπεζούντα αποτελούσε το σταυροδρόμι της εμπορικής κίνησης μεταξύ Δύσης και Ανατολής μέχρι το 1869. Στο Κείμενο Β επιβεβαιώνεται η σπουδαιότητα του λιμανιού της καθώς βρισκόταν στο τέλος του χερσαίου δρόμου και αποτελούσε σημείο εμπορικής σύνδεσης Περσίας και Κασπίας θάλασσας με τη Μικρά Ασία και τη Δύση. Όταν όμως ολοκληρώθηκε η διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ, άρχισε η σταδιακή παρακμή του λιμανιού της.

Ωστόσο, για μεγάλο διάστημα και μετά το 1883, τέσσερις μεγάλοι ελληνικοί τραπεζικοί και εμπορικοί οίκοι της Τραπεζούντας– στο Κείμενο Β γίνεται λόγος για τους οίκους Γ. Καπαγιαννίδη, αδελφών Φωστηροπούλου, Θεοφυλάκτου και Λεοντίδη – έλεγχαν μαζί με το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών, όπως επαληθεύεται και στο Κείμενο Β, σχεδόν όλη την οικονομία του ανατολικού Πόντου. Προς επίρρωση των ιστορικών δεδομένων στο Κείμενο Β η συντάκτρια αναφέρει ότι η περαιτέρω εμπορική ανάπτυξη του λιμανιού της  οφειλόταν στο γεγονός ότι η Ρωσία απέκλεισε τον εμπορικό δρόμο του Καυκάσου για τους Πέρσες μέχρι το 1906. Επίσης, εμπλουτίζει τα ιστορικά δεδομένα, τονίζοντας ότι το διαμετακομιστικό εμπόριο της πόλης  ήκμαζε χάριν της ελληνικής ναυτιλίας, που είχε την Τρίτη θέση στο λιμάνι της.

Ανάλογη ήταν η οικονομική κίνηση των Ελλήνων και στις άλλες πόλεις του Πόντου: από το εμπορικό λιμάνι της Αμισού εξάγονταν μεγάλες ποσότητες εξαιρετικού καπνού, όπως επαληθεύεται από το Κείμενο Β, και άλλων εγχώριων προϊόντων, ενώ το 1869 στην Αμισό από τις 214 επιχειρήσεις της πόλης οι 156 ανήκαν στους Έλληνες. Μάλιστα σύμφωνα με το Κείμενο Β στην Αμισό λειτουργούσε και υποκατάστημα της Τράπεζας των Αθηνών. Επίσης, ο συντάκτης στο Κείμενο Γ επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της Αμισού οφείλονταν κυρίως στην γεωργική παραγωγή της ενδοχώρας της και στις εξαγωγές όχι μόνο του καπνού αλλά και σιταριού, αλευριού και βρόμης. Όσον αφορά τις εισαγωγές της Αμισού στο Κείμενο Γ γίνεται λόγος ότι βαμβακερά, μάλλινα είδη και μέταλλα παρουσίασαν μείωση  ενώ ο καφές, τα  είδη σπιτιού και η ζάχαρη αυξήθηκαν. 

Στην Κερασούντα οι εφοπλιστικοί και εμπορικοί οίκοι των Κωνσταντινίδη, Κακουλίδη, Σουρμελή και Πισσάνη καταξιώθηκαν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα του Ευξείνου Πόντου αλλά και της Ευρώπης. Η εμπορική ανάπτυξη της Κερασούντας και των Κοτυώρων λόγω της ελληνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας επιβεβαιώνεται στο Κείμενο Β. Επιπλέον ο συντάκτης του Κείμενου Γ διανθίζει τα ιστορικά δεδομένα, τονίζοντας την προνομιακή θέση του λιμανιού της για τις κεντρικές  επαρχίες της Ανατολίας, το οποίο παρουσίαζε συγκριτικά  με τις άλλες πόλεις την καλύτερη απόδοση  σε εισαγωγές και εξαγωγές.

Συμπερασματικά, η οικονομική άνθηση του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση. Οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου πρόσφεραν γενναιόδωρα ένα σεβαστό ποσό από τα κέρδη τους υπέρ των θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και αξιόλογοι επιστήμονες στέλνονταν για ειδίκευση σε διάφορα πανεπιστήμια της Ευρώπης, για να μεταφέρουν στην πατρίδα τους τις νέες επιστημονικές μεθόδους διδασκαλίας.

Σύνταξη και επιμέλεια: Χρήστος Λαζαρίδης, Φιλόλογος

 

Κύλιση στην κορυφή